Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Μ. Ν.

"Είπε ότι τα βλέφαρά μου έτρεμαν, σαν να ήθελαν τα μάτια μου ν' ανοίξουν και να μην είχαν την δύναμη. Κι ότι απ' τα βάθη της κοιλιάς μου είχε αναβλύσει ένα νερό παχύρευστο και θολό, ζεστό σαν αίμα. Ότι εκείνη τη στιγμή οι γάμπες μου άνοιξαν για να τον αφήσουν, εκείνον, να μπει μέσα σ' αυτά τα βάθη, κι ότι ξύπνησα. Ότι είχε εισδύσει στα μύχια εκείνου του βάθους πολύ αργά, για να μπορέσει να τα φθάσει χωρίς να αποτύχει! Ότι φώναζε απο φόβο. Ότι είχε περιμένει πολύ, στα έγκατα του βάθους, ώσπου το επείγον να ηρεμήσει. Λέει: -Δεν θέλησα να περιμένω όσο εκείνος επιθυμούσε. Του είπα να κάνει γρήγορα και δυνατά. Σταματήσαμε να μιλάμε. Η ηδονή ήρθε απο τους ουρανούς, την πήραμε, μας παρέσυρε, μας εκμηδένησε κι έπειτα χάθηκε."

1 σχόλιο:

Αναγνώστες