Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Πόσα ζουμιά άραγε να έχει ένας άνθρωπος;

Πλησιάζει ο απολογισμός μου.
Ζεσταίνω τα κορμί μου για την μεγάλη παύση που χωρίζει την ικανοποίηση απο την στέρηση. Αρχίζω δειλά ν' αναπνέω τον αέρα που είχες ρούφηξει. Παρατηρώ τις ζωγραφιές των άκρων σου περιμένοντας το βλέμμα που συμφωνήσαμε. Σιωπηλό κάλεσμα με ευσυνειδησία και περίσσια σιγουριά. Τέσσερα βήματα. Όχι δικά σου. Δεν θα με περπατήσεις ποτέ εσύ εμένα! Δύο χέρια απλώνονται, με συνέπεια χωρίς ενδοιασμό, γραπώνονται απ' το σημείο που καίει και το στροβιλίζουν σ' έναν ανολοκλήρωτο κύκλο που καταλήγει πάντοτε σε πτώση. Ελεγχόμενη πτώση. Ελεγχόμενη έλξη. Αφήνω λίγο απο μένα στο δεξί σου μάγουλο για να με κουβαλάς μέχρι το χειροκρότημα.
Μια στιγμή απ' αυτές όπου ζεις μόνο στο παρόν.

Σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά, ν' ανασάνει η ψυχή μου
κι όλα όσα δεν σου υποχέθηκα ποτέ
τα σκορπίζω στα χαμόγελα
να τα βρουν οι προηγούμενοι κι όλ' οι επόμενοι εαυτοί μου
που τους κορόιδεψε η αγάπη
έρμαια μιας ύπαρξης που ποτέ δεν θα μου αρκεί.


Μην ξεγελιέσαι αγάπη μου,
όλοι στο μεταίχμιο είμαστε καταδικασμένοι.


Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Μ. Ν.

"Είπε ότι τα βλέφαρά μου έτρεμαν, σαν να ήθελαν τα μάτια μου ν' ανοίξουν και να μην είχαν την δύναμη. Κι ότι απ' τα βάθη της κοιλιάς μου είχε αναβλύσει ένα νερό παχύρευστο και θολό, ζεστό σαν αίμα. Ότι εκείνη τη στιγμή οι γάμπες μου άνοιξαν για να τον αφήσουν, εκείνον, να μπει μέσα σ' αυτά τα βάθη, κι ότι ξύπνησα. Ότι είχε εισδύσει στα μύχια εκείνου του βάθους πολύ αργά, για να μπορέσει να τα φθάσει χωρίς να αποτύχει! Ότι φώναζε απο φόβο. Ότι είχε περιμένει πολύ, στα έγκατα του βάθους, ώσπου το επείγον να ηρεμήσει. Λέει: -Δεν θέλησα να περιμένω όσο εκείνος επιθυμούσε. Του είπα να κάνει γρήγορα και δυνατά. Σταματήσαμε να μιλάμε. Η ηδονή ήρθε απο τους ουρανούς, την πήραμε, μας παρέσυρε, μας εκμηδένησε κι έπειτα χάθηκε."

Αναγνώστες